Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

lasting damage


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο lasting παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: damage
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Σε αυτή τη σελίδα: lasting, last

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lasting adj(that lasts a long time) (σε γενική)διαρκείας ουσ ως επίθ
  που έχει διάρκεια περίφρ
 (πιο γενικά)μόνιμος, σταθερός επίθ
 The manager wanted to build a lasting relationship with his employees.
 Ο διευθυντής ήθελε να χτίσει μια σταθερή σχέση με τους υπαλλήλους του.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
last adj(final)τελευταίος επίθ
 You really need to win this last race.
 Πρέπει πραγματικά να κερδίσεις την τελευταία κούρσα.
last adj(most recent)τελευταίος επίθ
 What was the last book you read?
 Ποιο είναι το τελευταίο βιβλίο που διάβασες;
last adj(time period: previous)προηγούμενος επίθ
  περασμένος επίθ
 (αναφορικά με το έτος)περσινός επίθ
 Last summer was very hot.
 Something strange seems to have occurred in the last three minutes.
last adj(latest possible)τελευταίος επίθ
 He went to the store at the last moment, just before it closed.
 Πήγε στο μαγαζί την τελευταία στιγμή, λίγο πριν κλείσει.
last adj(least suitable)τελευταίος επίθ
 He would be my last choice to help me; he is completely unreliable.
 Θα ήταν η τελευταία μου επιλογή για να με βοηθήσει. Είναι εντελώς αναξιόπιστος.
last adv(most recently)τελευταία φορά φρ ως επίρ
  τελευταίος επίθ
 Who spoke last, you or him?
 I last saw him yesterday.
 Τον είδα τελευταία φορά χθες.
 Ποιος μίλησε τελευταίος; Εσύ ή εκείνος;
last [sth],
last for
vtr
(continue for a certain time)διαρκώ ρ αμ
  κρατάω ρ αμ
 (αρκετή διάρκεια)συνεχίζομαι ρ αμ
 The speech lasted thirty minutes.
 Η ομιλία διήρκεσε τριάντα λεπτά.
 Η ομιλία συνεχίστηκε για τριάντα λεπτά.
last vi(duration)κρατάω ρ αμ
  διαρκώ ρ αμ
 The rainy weather lasted for ten straight days.
 Ο βροχερός καιρός κράτησε δέκα συνεχόμενες μέρες.
 Ο βροχερός καιρός διήρκεσε δέκα συνεχόμενες μέρες.
last vi(survive)επιβιώνω ρ αμ
  αντέχω ρ αμ
 (καθομιλουμένη, αργκό)την βγάζω, τη βγάζω καθαρή έκφρ
 The endangered species is not expected to last through the 21st century.
 Τα είδη υπό εξαφάνιση δεν αναμένεται να επιβιώσουν τον εικοστό πρώτο αιώνα.
 Τα είδη υπό εξαφάνιση δεν αναμένεται να αντέξουν τον εικοστό πρώτο αιώνα.
last vi(be sufficient)φτάνω, αρκώ, επαρκώ ρ αμ
 Our food supplies should last for two weeks.
 Τα τρόφιμα θα πρέπει να μας φτάσουν για δύο εβδομάδες.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
last adjfigurative (least likely) (λιγότερο πιθανός)τελευταίος επίθ
 The gym? That is the last place you will find him.
 Στο γυμναστήριο; Αυτό είναι το τελευταίο μέρος που θα τον βρεις.
last adj(with authority)τελευταίος επίθ
  τελικός επίθ
 The president always has the last word.
 Την τελευταία λέξη την έχει πάντα ο πρόεδρος.
 Τον τελικό λόγο τον έχει πάντα ο πρόεδρος.
last adj(only remaining)τελευταίος επίθ
 Nobody ate the last bit of lasagne.
 Κανένας δεν έφαγε το τελευταίο κομμάτι λαζάνια.
last adj(lowest)τελευταίος επίθ
 The picnic is the last thing on my list; everything else is more important.
 Το πικ νικ είναι το τελευταίο στις προτεραιότητές μου. Όλα τα άλλα είναι πιο σημαντικά.
last adj(single) (κάθε άτομο)τελευταίος επίθ
 We won't start eating until every last person arrives.
 Δεν θα ξεκινήσουμε να τρώμε μέχρι να έρθει και ο τελευταίος καλεσμένος.
last n(most recent thing)τελευταίος επίθ ως ουσ
 The last is often the best.
 Το τελευταίο είναι συχνά και το καλύτερο.
the last,
plural: the last
n
(most recent person)ο τελευταίος επίθ ως ουσ
 There used to be lots of older people here, but the last moved away two years ago.
 Υπήρχαν πολλοί ηλικιωμένοι εδώ, αλλά οι τελευταίοι έφυγαν πριν από δύο χρόνια.
the last n(final mention)τα τελευταία νέα περίφρ
  η τελευταία φόρα περίφρ
 That was the last we heard about her.
 Αυτά ήταν τα τελευταία νέα που μάθαμε γι' αυτήν.
the last n(end, death)το τέλος περίφρ
  η τελευταία στιγμή περίφρ
  η ύστατη στιγμή περίφρ
 He remained faithful to the last.
last n(model of a foot) (υποδηματοποιΐα)καλαπόδι ουσ ουδ
 The shoemaker used individual lasts to make each shoe.
 Ο υποδηματοποιός χρησιμοποίησε διαφορετικά καλαπόδια για να φτιάξει το κάθε παπούτσι.
the last n(the final moment)η τελευταία στιγμή περίφρ
 The movie, a murder mystery, kept us guessing to the last.
the last of [sth],
plural: the last of [sth]
n
(only remaining person, thing) (όσοι ή όσα έχουν μείνει)τελευταίοι επίθ ως ουσ
 Robert Scott and his team were the last of the great explorers.
 Ο Ρόμπερτ Σκοτ και η ομάδα του ήταν οι τελευταίοι από τους μεγάλους εξερευνητές.
last vi(wear well) (μτφ: αντέχω στη φθορά)αντέχω, κρατάω ρ αμ
 This shirt will last for years, it is so well made.
 Αυτό το πουκάμισο θα αντέξει (or: κρατήσει) χρόνια, είναι πολύ καλοφτιαγμένο.
last vi(endure)αντέχω ρ αμ
 I'm not sure that I can last till the end of the workday. I might fall asleep before then.
 Δεν είμαι σίγουρος αν θα αντέξω μέχρι το τέλος της μέρας. Μπορεί να με πάρει ο ύπνος μέχρι τότε.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
last out [sth],
last [sth] out
vtr phrasal sep
(endure)αντέχω ρ αμ
 (καθομιλουμένη: ίσως πεθάνω)βγάζω ρ αμ
last through [sth] vtr phrasal insep(endure, survive) (καθομιλουμένη)βγάζω ρ μ
  αντέχω ρ μ
  επιβιώνω ρ μ
 The dog is very ill and we are not sure whether he will last through the night.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
lasting | last
ΑγγλικάΕλληνικά
lasting friendship n(long-standing close relationship)στενή φιλία έκφρ
 They served side by side in the war and that was the beginning of their lasting friendship.
long lasting,
long-lasting
adj
(enduring)ανθεκτικός, μακροχρόνιος, μεγάλης διάρκειας επίθ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun
 The effects of the storm have been long-lasting.
long lasting,
long-lasting
adj
(durable)διαρκείας ουσ θηλ
  ανθεκτικός επίθ
  που θα κρατήσει περίφρ
 (λύση, σχέδιο)μακροπρόθεσμος επίθ
 We need to find a long-lasting solution.
 The coating on the car will ensure that the paint job is long lasting.
 Η τελευταία στρώση στο αυτοκίνητο θα εξασφαλίσει ότι το βάψιμο θα είναι διαρκείας.
make a lasting impression on [sb],
leave a lasting impression
v expr
(have enduring impact)αφήνω εντυπώσεις που διαρκούν περίφρ
  μένω στη μνήμη περίφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση lasting damage στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «lasting damage».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!